Αγαπήθηκε και μισήθηκε όσο λίγοι. Η Λένι Ρίφενσταλ, είτε ‘η μεγαλύτερη σκηνοθέτις του 20ού αιώνα’ είτε ‘το κορίτσι του Χίτλερ’, σε επικοινωνία μαζί της διαδηλώνει ότι είναι παρούσα: ότι εκτός ενός στοιχειωμένου και δημιουργικού παρελθόντος, έχει και μέλλον. Έχοντας πρόσφατα συμπληρώσει έναν αιώνα ζωής, το ‘Haus Der Geschichte’ της Βόννης την τιμά με μια έκθεση-αναφορά στη ζωή της.
Εκείνο το ομιχλώδες βερολινέζικο δειλινό, κοίταζε αμέριμνη τις αφίσες στην αποβάθρα του Μετρό. Στεκόταν μόνη της, σκεπτόμενη τις χορευτικές παραστάσεις που είχε δώσει το προηγούμενο διάστημα, και λικνίζοντας αμήχανα το τραυματισμένο της πόδι, που απειλούσε να τερματίσει πρόωρα τη καριέρα της. Ήταν καθ’οδόν προς έναν ακόμη γιατρό, που έλπιζε ότι θα της έλυνε το πρόβλημα. Τα μάτια της έπεσαν πάνω στη σκιώδη εικόνα ενός ορειβάτη στο δρόμο προς τη κορυφή ενός υψώματος. Η αφίσα διαφήμιζε τη γερμανική μεσοπολεμική ταινία ‘Το Όρος του Πεπρωμένου’, και έμελλε να της αλλάξει τη ζωή.
Ένας ολόκληρος νέος κόσμος ανοιγόταν μπροστά της. Ένας κόσμος, που στα χρόνια που ακολούθησαν, θα βυθιζόταν στην άβυσσο, παρασέρνοντας και την κοπέλα που στεκόταν εκστατική μπροστά στην αφίσα. ‘Αναρωτήθηκα πολλές φορές για το εάν η ζωή μας ορίζεται από το πεπρωμένο ή από τα ίδια μας τα χέρια. Δε βρήκα όμως ποτέ μια πειστική απάντηση’, λέει σήμερα. Ενάμιση χρόνο μετά από εκείνη την ημέρα, αναρτήθηκαν οι πρώτες διαφημίσεις με την εικόνα της ίδιας πια, αφού πρωταγωνιστούσε στην πρώτη επαφή της με τον κινηματογράφο. Σύντομα, θα επιχειρούσε τα πρώτα της βήματα σαν σκηνοθέτης. Η πρώτη της σκηνοθετική επιτυχία, το ‘The Blue Light’, την καθιέρωσε στη Γερμανία, και την έφερε κοντά στον Χίτλερ, ο οποίος της ανέθεσε τη σκηνοθεσία των ναζιστικών εκδηλώσεων στη Νυρεμβέργη. Το αποτέλεσμα, οι ταινίες ‘Θρίαμβος της πίστης’και ‘Θρίαμβος της Θέλησης’, εξύψωναν την κατά τους Ναζί άρια υπεροχή, και καλλιεργούσαν μια ειδωλολατρική εικόνα για τον Χίτλερ, ο οποίος ενθουσιάστηκε από το αποτέλεσμα. Λίγο μετά, η Ρίφενσταλ θα ερχόταν για πρώτη φορά την Ελλάδα, όπου δούλεψε στην Αθήνα και την Ολυμπία. ‘Ήθελα να βρω κίνητρα και να εμπνευστώ για τον πρόλογο του επόμενου πρότζεκτ μου. Με γοήτευσε η τελειότητα του Παρθενώνα’.
Το ‘πρότζεκτ’ που αναλάμβανε, ήταν η κάλυψη των Ολυμπιακών Αγώνων του Βερολίνου, το 1936. Επί δέκατέσσερις ημέρες διεύθυνε ένα προσωπικό 60 κινηματογραφιστών, και ξόδεψε 400 χιλιόμετρα ασπρόμαυρου φίλμ. Το αποτέλεσμα ονομάστηκε ‘Oλυμπία’ και χαρακτηρίζεται, δικαίως, ως μια από τις καλύτερες ταινίες όλων των εποχών. Υπάρχει όμως ένα μεγάλο ερωτηματικό για το εάν η συγκεκριμένη ταινία αποτελεί ναζιστική προπαγάνδα. Χωρισμένη σε δύο μέρη, το ‘Φεστιβάλ των Εθνών’ και το ‘Φεστιβάλ της Ομορφιάς’, στη ταινία η Ρίφενσταλ απεικόνισε, σχεδόν ισόποσα, αθλητές όλων των φυλών, ενώ επινόησε αρκετές τεχνικές που σήμερα θεωρούμε δεδομένες, όπως η αργή κίνηση και οι υποβρύχιες λήψεις. Το ‘Ολύμπια’ τιμήθηκε προπολεμικά στα φεστιβάλ Παρισιού και Βενετίας, χαρίζοντας στη δημιουργό του παγκόσμια φήμη, που όμως δεν θα αργούσε να καταλάβει ότι ήταν επίπλαστη… Η Ρίφενσταλ αποπειράθηκε να προωθήσει την ταινία στο Χόλυγουντ. Με έναν εχθρικό τύπο εναντίον της, λόγω των ταινιών-ύμνο στο ναζισμό που είχαν προηγηθεί, αντιμετωπίστηκε ως παρίας. Ο ένας μετά τον άλλο, οι επικεφαλείς των μεγάλων κινηματογραφικών στούντιο αρνήθηκαν να τη δεχθούν. Η Ρίφενσταλ άρχιζε να συνειδητοποιεί τα αρνητικά της σχέσης της με τον Χίτλερ. Με την έναρξη του πολέμου, έβαζε στα σκαριά την τέταρτη ταινία της, το ‘Tieflend’, η παραγωγή της οποίας διακόπηκε για ευνόητους λόγους. Η λήξη του, τη βρήκε στο αυστριακό Τιρόλο, όπου κατέφυγε για να αποφύγει τους συμμαχικούς βομβαρδισμούς. Συνελήφθη σαν προπαγανδίστρια των Ναζί, δικάστηκε δύο φορές, και φυλακίστηκε πολλές περισσότερες. Δεν υπήρχε καμία εμπιστοσύνη για αυτήν από τη διεθνή κοινότητα. Οι σχέσεις της με τους Ναζί την είχαν καταστήσει επικίνδυνη: η διαπλοκή της μέσα στο ναζιστικό κόμμα δεν ξεκαθαρίστηκε ποτέ. ‘Αν μπορούσα να διαγράψω μια περίοδο της ζωής μου θα ήταν οι εμπειρίες μου μετά τον πόλεμο. Με έχουν στιγματίσει για πάντα’. Μέχρι και σήμερα πάντως, η ίδια δηλώνει ότι γνώριζε μόνο τη ‘καλή’ πλευρά του Χίτλερ. ‘Οι συναντήσεις μου μαζί του δεν ήταν διαφορετικές από ότι με άλλους, καθημερινούς ανθρώπους. Η ιστορία γράφεται από τους ανθρώπους, και μερικές φορές τα έργα ενός δημιουργούν μια ολόκληρη μυθολογία γύρω από αυτόν.’ Έχει επίσης δηλώσει ότι δεν ανήκε ποτέ στο ναζιστικό κόμμα. Με την καριέρα της κατεστραμμένη πια, καταφέρνει να τελειώσει το ‘Tiefland’, 14 χρόνια αφότου το ξεκίνησε, που παραμένει η τελευταία της ταινία, ως σήμερα. Της ήταν πια σαφές ότι δεν είχε μέλλον στο κινηματογράφο. Η φωτογραφία απέμεινε η μόνη δημιουργική της διέξοδος. Άρχισε να επισκέπτεται την Αφρική, και να φωτογραφίζει φυλές ιθαγενών, ιδιαίτερα τους Σουδανούς Νούμπα, με τους οποίους δημιούργησε μια γονική σχέση. Η Ρίφενσταλ, που
ακόμη και σήμερα αποτελεί ντροπή για αρκετούς Γερμανούς, ταύτισε τον εαυτό της με την επιβίωση τους. Πραγματοποίησε πολλά ταξίδια και πέρασε μήνες στα χωριά τους, φωτογραφίζοντας και παρέχοντας τους βοήθεια σε μια σπαρασσόμενη από τον εμφύλιο χώρα. Ταυτόχρονα, ανέπτυξε ενδιαφέρον για την υποβρύχια κινηματογράφηση, συλλέγοντας υλικό από 2000 επισκέψεις της στα ανοικτά της Ινδονησίας τα τελευταία 25 χρόνια. Σύντομα, το αποτέλεσμα αυτής της περιπλάνησης, αναμένεται σε μορφή ταινίας. Το ‘Underwater Impressions’ θα είναι η πρώτη της μετά από περίπου 50 χρόνια, και έχει ήδη πάρει διθυραμβικές κριτικές. Σήμερα, παρά τον έναν αιώνα ζωής της, η Λένι Ρίφενσταλ ελπίζει σε απεμπόληση της στοιχειωμένης ναζιστικής σκιάς από το όνομα της. ‘Θέλω να με θυμούνται ως αυτό που είμαι’, υπογραμμίζει. Η ασταμάτητη προσπάθεια της να ξεχάσει το παρελθόν, δίνουν ελπίδες σε μια γυναίκα για την οποία ο βιογράφος Ρέι Μούλερ υπογραμμίζει ότι ‘το ταλέντο της ήταν η τραγωδία της’.
*Η έκθεση Leni Riefenstahl στο Haus Der Geschichte της Βόννης διαρκεί από 13/ 12 μέχρι 2/3