‘Tο κεφάλαιο μου να διανέμεται ετησίως ως βραβείο σε αυτούς που, κατά την προηγούμενη χρονιά, θα έχουν περισσότερο ωφελήσει την ανθρωπότητα.[…] ένα μέρος της σε αυτόν που θα έχει κάνει τα περισσότερα ή τη καλύτερη δουλειά για την αδελφοσύνη των λαών, για τη διάλυση ή τη μείωση των στρατών και για τη
διοργάνωση ή τη προώθηση συνεδρίων για την ειρήνη. […] Είναι ρητή μου επιθυμία να μη λαμβάνεται υπόψιν η εθνικότητα των υποψηφίων, αλλά να βραβεύεται ο πιο άξιος’, έγραφε ο Σουηδός ευεργέτης Αλφρεντ Νόμπελ στη διαθήκη του, δημιουργώντας το θεσμό που έφερε το όνομα του, στις παρυφές του 20ού αιώνα. 108 βραβευμένων και 110 εκατομμυρίων θυμάτων πολέμου αργότερα, ο σημερινός διευθυντής του Ινστιτούτου Νόμπελ Ειρήνης παραδέχεται ‘λίγα, μεγάλα λάθη’. Της απονομής του βραβείου σε γνωστούς και μη εξαιρετέους λόγω ‘λανθασμένης πληροφόρησης’, της μη απονομής στον άνθρωπο-ειρήνη Γκάντι, της λειτουργίας των βραβείων σαν ένα σχεδόν αποκλειστικά δυτικό κλάμπ για δεκαετίες. Ο κ. Γκέιρ Λούντεσταντ διαχωρίει τη θέση του από το τους προκατόχους του, αλλά όπως παραδέχεται, η σαφής διαθήκη του Νόμπελ δεν είναι τόσο σαφής και για τον ίδιο, ενώ έμμεσα, υπόσχεται επιβράβευση των Κληρίδη-Ντενκτάς εάν λυθεί το Κυπριακό. Η συνέντευξη που ακολουθεί μάλλον τον φόβισε σε κάποια σημεία. Ένα τέτοιο βραβείο όμως, εν μέσω παγκόσμιας πολιτικής αστάθειας, οφείλει να στέκεται στο ύψος των περιστάσεων. Και ο κ. Λούντεσταντ, δεν κατάφερε να πείσει οτι η σχέση Νόμπελ Ειρήνης – αγαθών προθέσεων είναι άριστες…
Αγαπήθηκε και μισήθηκε όσο λίγοι. Η Λένι Ρίφενσταλ, είτε ‘η μεγαλύτερη σκηνοθέτις του 20ού αιώνα’ είτε ‘το κορίτσι του Χίτλερ’, σε επικοινωνία μαζί της διαδηλώνει ότι είναι παρούσα: ότι εκτός ενός στοιχειωμένου και δημιουργικού παρελθόντος, έχει και μέλλον. Έχοντας πρόσφατα συμπληρώσει έναν αιώνα ζωής, το ‘Haus Der Geschichte’ της Βόννης την τιμά με μια έκθεση-αναφορά στη ζωή της.